Στις βαθιές αναπνοές του μαχαιριού, ο χρόνος που σμίλευσε το βάθος των ματιών, οργώνει τη γη του θύματος. Καθώς η σπηλιά της αρτηρίας διανοίγεται, στον ουράνιο θόλο η όραση ακολουθεί το ρυθμό του χαράκτη, σκέδαζοντας το φως στην μελλοντική καρποφορία των κορυφογραμμών. Η τελευταία βλάσφημη ελπίδα απολαμβάνοντας τον οργασμό της διάψευσης εκπνέει σύννεφο μέλλοντος στις κοιλότητες της οργανικής. Μια οστέινη καρίνα, διάφανος απόπλους, σχίζει την ανάγνωση του ηωσινόφιλου ορίζοντα. Εφήμερο διάλυμα γεμίζει ρυθμικά το κρανίο του θύτη, υποστέλοντας τη σημαία κάθε βεβαιότητας στα όρια της εξουσίας του. Τιμόνι ανεξίτηλου καρατιού ανατέλει στο μύρο του τσακισμένου του άκρου.
Παρθένα κύματα επιστρέφουν μελάνι από μιαν άγραφη εκδοχή. Οι λευκοί αφροί σήπτονται, η γλώσσα ταλαντώνεται με κατακλυσμιαία συχνότητα στην επίγευση του θάνατου. Στη συνέχεια, όλα βυθίζονται κάθετα στο αβαείο των ματιών.Οι παλάμες αποτυπώνουν διαγραφές στο μαύρο αρνητικό της φωτογραφικής πλάκας. 'Ο,τι δεν έπραξαν οριστικά και θα έχει ήδη συμβεί κάποτε είναι ρίζες που γεννήθηκαν μετά την άνθηση. Η έκταση τους, ο εξοστρακισμένος θάνατος που επιστρέφει από το μέλλον στη μήτρα της διαίσθησης. Πάλλεται αμφιδρομία κόκκινη η ροπή της λάμας στο σταθερό τροχό των αφηνιασμένων δοντιών.
Μέχρι να καρφωθεί η κεντρική αρτηρία που αρδεύει τον ουρανό, τις ταράτσες μονώνει λευκή άγνοια. Η παρθένα κίνηση του δήμιου προσφέρει σταρένια ψίχα χωρίς ανταποδοτική υποχρέωση. Τα δώρα του τέλους, ξετυλίγονται σε όλες τις εκτάσεις του βλέμματος, ορατά στο παρόν μόνο στη σκευή του τοπογράφου. Πλακόστρωτα, γρασίδια, κρεβάτια, ρέματα, αυτοκίνητα ή αλουμίνια γράφουν επ' άπειρον φασματικές αποσβέσεις παλμών. Σε αργή κίνηση, η επιθυμία εκτυλίσσεται στο βουβό πάταγο επαναλαμβανόμενων πτώσεων σε ασυγχρονία. Η διαφορά φάσης μηδενίζεται κάποτε στο βυθό του ματιού,το γενετικό ποτάμι κατακλύζει ορμητικά το σώμα στην ηχητική αποκατάσταση της πτώσης. Τα μέλη συσπώνται ηλεκτρικά αποτινάζοντας την ανυπόφορη διαστολή των αινιγμάτων. Για λίγο οι έννοιες διαθλώνται στην αμβλεία παραληρηματική απόλαυση.
Ο θάνατος είναι ένα παιδί που δεν έχει γεννηθεί ακόμη, μια γυναίκα ξεφυσά στο διάφανο ασθματικό εραστή της όλους τους παγωμένους ουρανούς που τύλιξαν τσιμεντένια και υπαίθρια μαιευτήρια, οι κόγχες των ματιών βυθίζονται στο αναδυόμενο φως των σπλάγχνων. Μια σπασμωδική ιχνογραφία βίας αφαιρεί τις περιττές γραμμές της Ιστορίας.
Οξύς άνεμος διαπέρασε την όραση. Στο άδειο κεφάλι στραφτάλιζε το οπτικό χίασμα. Νέον χρωμόσωμα. Οι αδελφές χρωματίδες υγρορροούσαν το ρετσίνι της συγκόλλησης. Mάτια ψηφιδωτά. Οι κόρες διαχύθηκαν στο μεσημέρι σκιοβολώντας περίγραμμα αινίγματος. Μια εξίσωση απροσδιόριστης ανησυχούσας ύλης πλήρωθηκε κάθε αφέτης στο περιβάλλον. Μελάνιασε στα κάτω άκρα η γεωγραφία της μνήμης. Αποχωρίστηκε τις κλειδώσεις. Το εδώ και το εκεί σπάσανε σε συλλαβές χωρίς σεβασμό στη γραμματική. Δεν είχε στόμα να εισέλθει στην κτίση. Τα χέρια κρέμονταν άμαθοι διαβήτες στην καμπύλη. Αδυνατώντας να χαράξουν οριστικά ασφαλές περίκλειστο.
Aπό παντού ένιωθε. Να τον στοχεύουν τα μάτια της. Παγωμένη ζάλη αλμυρή. Παραδόθηκε στη θωπεία μιας σκιάς. Θα άνοιγε τάχα κρατήρα κάτω απ' τα πόδια του. Να φτάσει σε κέντρο που ποτέ πριν. Ή θα τον πέταγε στη θέση απουσιάζοντος φεγγαριού. Να φωτίζει τη νύχτα του με άτακτες χορείες. Tων νευρώνων. Καμιά βεβαιότητα ούτε κι αν υποκρινόταν μια σύμπτωση με τον κοινό νου. Δεν μπορούσε να συντηρήσει τη συνοχή του. Απλώθηκε σελίδα στον μολυβένιο αέρα της να βρει απάντηση. Εκείνη περπατούσε σαν ξωτικό κομίζοντας διαβολική ύλη. Η σιγουριά για τις προσφορές της συνάντησε μοναξιά από τους παραθέτες. Η όραση του μαύρο λεξικό στα λευκά της δόντια. Εξέτασε κάθε όργανο αγγείο ως τον πυρήνα του κυττάρου. Να βρει από πού εξαπέλυε τα μάγια.
Όλα τούτα προοπτικά. Από απόσταση, ένα συμπτυσσόμενο τηλεσκόπιο. Μόλις ήρθε κοντά όμως κι άνοιξε το στόμα να πει. Μαύροι κυνόδοντες διατάραξαν την κανονισμένη ανατομία του. Τα πιο φυσικά πράματα μίλησε, είχε ζάχαρη καμμένη στις άκρες των χειλιών. Τον έπνιξαν αλλόκοτες οσφρήσεις' ναφθαλίνη, λιβάνια, σάπια φύκια, χλωρίνη. Και νεράκι Μυρτώ. Aνασταίνει χλωμές λεμονιές στη νυχτικιά της συνοικιακής κλινικής. Λίγο πριν τα τελευταία φώτα. Έσβησε. Σε κόλπο δυτικών συσπάσεων με επισκευαζόμενες σκουριές δίπλα σε κοιλιές φορτηγών και στόματα γερανών που έφτυναν μαύρο αρθρικό υγρό να επουλώσουν τους κρατήρες στο δαγκωμένο σώμα της σελήνης.
Ξύπνησε κυματοθραύστης. Μιας ατέλειωτη πομπής χαραγμάτων. κουάλα-λουμπούρ 1991, όσλο 2000, Λάρισα 03, Ανόβερο 97, βόλος 1993. Ο ναύτης με το βυσσινί χάρτη στα μάτια. Ξεκόλλησε από την άγκυρα σπασμένα γυαλιά. Να πιει. Στάγδην βραδέως συλλάβισε αλφάβητο παιδική. Ξέπλυνε τα αιμάσσοντα εγκαίνια στο στόμα. Βυθίστηκε σε νερά σπαρμένα ορυκτές γλώσσες. Το σώμα του, λευκού αναπτήρα προστάτεψε την κολυμπήθρα των εκρήξεων. Επέστρεψε σπινθήρας σε στεριά ανατολική. Μια γοργόνα.
Κάπνιζε ένα τσιγάρο. Ταξίδεψε ελαφριά προς τα πίσω τα μαλλιά με την κοκκάλινη χτένα της. Διόρθωσε το γαλάζιο γιακά από το πουκάμισο. Έτριψε το λοβό από το αριστερό αυτί φτιάχνοντας φυλαχτό άλατος. Επιδόθηκε αρκετά ακόμα να διευθετεί κάθε λεπτομέρεια πριν την ταφή.
Για τον καιρό, την πολιτική, τα ταξίδια, την μουσική, τον κινηματογράφο.
Κάθε κύτταρο διαύγαζε μιαν ανακουφιστική μέλαινα θυσία.
Κείνη την ώρα οι παραθέτες εκστατικοί δάγκωναν στον αδιάφορο ουρανό τους. Ολόφωτη αινιγματική γάγγραινα. Ένα ζουμερό μαύρο πορτοκάλι.
Ήλιος ξυλόγλυπτος. Αναστήθηκε από τα 12 ζεύγη των πλευρών του. Οχτώ γνήσιες, τρεις νόθες και μιαν ασύνταχτη. Ανασχεδία των τομών.
Ο πατέρας δεν είναι μόνο ο θεματοφύλακας της απόλαυσης. Αναδύεται στη συμβολική τάξη ως νεκρός πατέρας. Αυτός ο νεκρός πατέρας έρχεται να συμπληρώσει την έλλειψη που υπάρχει στον Άλλο, την έλλειψη της μητέρας. Η επιθυμία της μητέρας δεν μπορεί να πληρωθεί από το παιδί, όμως αυτό δεν παύει να εύχεται. Κάτι λοιπόν λείπει από την απόλαυση, πρώτον διότι κάτι αποσπάται από το παιδί και δεύτερον διότι κάτι λείπει από τη μητέρα.
Η έλλειψη αυτή δε βασίζεται στο γεγονός ότι η μητέρα είναι για το παιδί απαγορευμένη. Δεν είναι δηλαδή αποτέλεσμα της απαγόρευσης. Αντίθετα, προηγείται της επιβολής του απαγορευτικού πατρικού νόμου. Μάλιστα, μέσω της προγενέστερης αυτής έλλειψης θα γίνει η είσοδος του παιδιού στο οιδιπόδειο πλέγμα. Διότι ο πατέρας έρχεται να σημασιοδοτήσει αυτήν ακριβώς την έλλειψη.
Σ' αυτό το σημείο, το νευρωτικό υποκείμενο θα δημιουργήσει μια φαντασίωση. Θα φαντασιωθεί έναν πατέρα που δε γνωρίζει φραγμό στην απόλαυση του, τον πρωταρχικό πατέρα, όχι βέβαια στην προϊστορία της ανθρωπότητας αλλά στη δική του προϊστορία.
Για να διερευνήσει αυτή τη νέα παθολογική μορφή και να επανεκτιμήσει το ρόλο της πατρικής ,ο Λακάν θα στηριχτεί στο έργο του Τζέημς Τζόυς*. [* Ο Τζέημς Τζόυς (1882-1941) γεννήθηκε στο Δουβλίνο από μια φτωχή, καθολική οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν μέθυσος και οκνηρός κι έτσι η οικογένεια περιήλθε σε μεγάλες δυσκολίες. Ο Τζόυς εγκατέλειψε το Δουβλίνο το 1904 και πήγε στην Τεργέστη της Ιταλίας. Έπειτα στη Ζυρίχη και από κει στο Παρίσι (1920-1939). Τέλος, επέστρεψε και πάλι στη Ζυρίχη, όπου και πέθανε το 1941. Αναπλάθει με τα έργα του τα γεγονότα και τα προβλήματα της ζωής του, πράγμα που φαίνεται στους Δουβλινέζους, στο Πορτρέτο του καλλιτέχνη ως νέου, αλλά και στο αριστούργημα του Οδυσσέας, που δημοσιεύτηκε το 1922 στο Παρίσι.]
Ο Λακάν, σε σχέση με τον Τζόυς, δεν προχωρεί με καθαρά δομικό τρόπο. Δε θα παραμείνει, δηλαδή, αποκλειστικά στην υφή του κειμένου, αλλά θα εντρυφήσει και στις βιογραφικές λεπτομέρειες. Με αφορμή το συγγραφέα, θα επανέλθει στο ζήτημα του συμπτώματος, διαλέγοντας μάλιστα την παλιά γαλλική ορθογραφία της λέξης (sinthome) ως τίτλο για το Σεμινάριό του. [Το σημαίνον αυτό παραπέμπει σ' ένα σύνθεμα της αγγλικής λέξης sin (= αμαρτία) και της γαλλικής homme (= άνθρωπος), εμπνευσμένο από τον Τζόυς, που αναμίγνυε διάφορες γλώσσες. Στο άλλο άκρο της γκάμας είναι τα σύνθετα που υποβάλλει η γαλλική προφορά των δύο συνθετικών του σημαίνοντος ''άγιος άνθρωπος'' (Saint-homme), ''άγιος Θωμάς'' (Saint-Thome), του οποίου η θεωρία της ομορφιάς επηρέασε τον Τζόυς. Το λογοπαίγνιο, πέρα από την ειρωνική αναφορά στη θρησκευτική άρθρωση, υποδεικνύει ένα πέρασμα: από το αμάρτημα (την αστοχία που προκάλεσε ένα σφάλμα στο δέσιμο), μέσω του χειρισμού της αγωγής, σε ένα ''καλό'' δέσιμο, σε μια καλή υποκειμενική σύσταση. Ένα τέτοιο παράδειγμα καλού επιδιορθωτικού χειρισμού, αυτοτελούς σε σχέση με την ψυχανάλυση, και γι' αυτό πολύ σημαντικού, αποτελεί ''συμπτωματικά'' το έργο του Τζόυς.] Ο όρος αυτός επιτρέπει εξάλλου στον Λακάν να κάνει διάκριση ανάμεσα στο σύμπτωμα και την εκδήλωση του*. * J. Lacan, Le Sinthome. Le Seminaire. Livre XXIII (1975-76), ανέκδοτο. Το υποκείμενο, υπό αυτή τη νέα προοπτική, επιμένει αναγκαία στο σύμπτωμα του, αφού είναι αυτό που το καθιστά ιδιαίτερο. Στο σύμπτωμα οφείλει το υποκείμενο τη μοναδικότητα του. Η αγωγή στο εξής δε στοχεύει στο σύμπτωμα. Κι αυτό θα έχει συνέπειες στην τεχνική αντίληψη περί της άρσης του. [Αντί της άρσης τίθεται πλέον το θέμα του ''καλού χειρισμού''. Το υποκείμενο θα πρέπει να ξέρει τι να κάνει με το σύμπτωμα του. Αν, σε τελευταία ανάλυση, καθώς λέγει αλλού ο Λακάν, το σύμπτωμα του υποκειμένου είναι το Άλλο φύλο από το δικό του, είναι μη αναγώγιμο και δεν μπορεί να ''αρθεί''.]
Σε παλαιότερες επεξεργασίες του Λακάν το σύμπτωμα απαντά σε ένα ερώτημα του υποκειμένου. Στο ερώτημα ''τι είμαι εγώ για τον Άλλο'' το υποκείμενο δίνει ως απόκριση το σύμπτωμα του, απαντά με το σύμπτωμα. Και η ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζωής δείχνει πόσο σημαντικό είναι ένα τέτοιο ερώτημα. Τίθεται με επαναληπτικό τρόπο σε κάθε υποκείμενο. Έρχεται στη θέση του αινίγματος που αποτελεί για το υποκείμενο η επιθυμία του Άλλου [Τι θέλει ο Άλλος από μένα;]. Και, όπως έχει τονίσει ο Φρόυντ, αυτό που έρχεται έχει τη μορφή ενός συμβιβασμού. Το σύμπτωμα είναι ένας συμβιβασμός που επιτρέπει μια υποκατάσταση της σεξουαλικής ικανοποίησης.
Αυτό το αίνιγμα της επιθυμίας του Άλλου ο αναλυόμενος το ενσαρκώνει στη διαδικασία της αγωγής. Βέβαια, το ερώτημα που θέτει το υποκείμενο διαφέρει ανάλογα με τη δόμηση του, αλλά είναι αδύνατον σε μια περιορισμένη εργασία όπως αυτή να επεκταθούμε στον τρόπο με τον οποίο ο Λακάν παρουσιάζει τη διαφορά των δομών. Πάντως για το υστερικό υποκείμενο το ερώτημα είναι: Είμαι γυναίκα; Ή Είμαι άντρας ή γυναίκα; Για τον ιδεοψυχαναγκαστικό: Είμαι ζωντανός ή νεκρός; κ.ο.κ. Γενικά στη νεύρωση ο κυριότερος μηχανισμός είναι η απώθηση, ενώ στην ψύχωση ο αποκλεισμός στο Όνομα-του-Πατέρα. Δεν έρχεται, δηλαδή, στην ψύχωση το πατρικό αυτό σημαίνον να σημασιοδοτήσει αυτό που πρωταρχικά ήταν εκτός σημασίας.
Στο βιογράφημα του Τζόυς υπάρχει μια ουσιώδης ''στέρηση'' του πραγματικού πατέρα. Επιφορτίζεται λοιπόν ο ίδιος να αναπληρώσει αυτό το έλλειμμα, προάγοντας το πατρικό σημαίνον. Έτσι θα διαβάσει ο Λακάν το έργο του Τζόυς: σαν μια προσπάθεια αναπλήρωσης και αποκατάστασης. Στο έργο του Οδυσσέας [Τζέημς Τζόυς, Οδυσσέας, μετάφραση Σ. Καψάσκη, εκδ. Κέδρος.] κινητοποιείται μια απέραντη πνευματική καλλιέργεια για να τεθεί το ζήτημα της πατρότητας. Η ίδια η γραφή του δομεί τη μεταφορά. [Παραδείγματος χάριν, ''ομηρικά'', ο Στέφεν και ο Μπλουμ κατ' αναλογία προς τον Τηλέμαχο και τον Οδυσσέα.] Ο Λακάν θα επιμείνει στον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας ''ριζώνει στον πατέρα του, την ίδια στιγμή που τον απαρνείται'' και θα ανιχνεύσει αυτό το ''ρίζωμα'' στο έργο του. Ο Τζόυς, καθώς λέγει, υποχρεώνεται να γίνει ο ίδιος ''το στήριγμα του πατέρα, για να μπορέσει να υπάρξει''.
Ορισμένα βιογραφικά στοιχεία προβληματίζουν ιδιαίτερα τον Λακάν, παραδείγματος χάριν η δήλωση του Τζόυς ότι γράφει για να ασχοληθούν μαζί του οι πανεπιστημιακοί τριακόσια τουλάχιστον χρόνια. Προβληματίζεται για το τι είναι αυτό που επέτρεψε το υποκειμενικό του ''δέσιμο'', τη συστατικότητα των τριών υποκειμενικών διαστάσεων του Πραγματικού, του Συμβολικού και του Φαντασιακού' πώς, παρά την ανεπάρκεια του πατέρα του, που ήταν ανίκανος να στηρίξει το πατρικό σημαίνον, ο ίδιος απέφυγε την τρέλα. Δυστυχώς δε συνέβη το ίδιο με την κόρη του Λουτσία, την οποία ο Τζόυς υπεραγαπά, ''ταυτιζόμενος'' συχνά μαζί της [''Αν αυτή είναι τρελή, είμαι κι εγώ''].
Η απάντηση του Λακάν είναι ο τέταρτος κρίκος, που έρχεται να κρατήσει μαζί τις άλλες τρεις υποκειμενικές διαστάσεις. Είναι αυτό που αποκαλεί sinthome και το οποίο ενσαρκώνεται στο Εγώ (ego) του Τζόυς. [Δεν πρόκειται για το φαντασιακό μας εαυτό, για το κατοπτρικό είδωλο του σώματος μας, για το οποίο μέχρι τώρα χρησιμοποιούσαμε τον όρο ''εγώ''. Κατ' αρχήν, αυτό το νέο εγώ (nouvel ego) έχει δυνατότητα αναπλήρωσης των ανεπαρκειών μέσω της γραφής. 'Οπως το ''νέο εγώ'', στο οποίο καταλήγει η ψυχαναλυτική ''επιδιόρθωση'' του υποκειμενικού κόμβου (με ''ακροδέσμους'') μπορεί να τεθεί μέσα από την τοπολογική γραφή του Λακάν, έτσι και το ''εγώ'' του Τζόυς θεμελιώνεται στη λογοτεχνική του γραφή. Δεύτερον, μπορεί να ''πλαισιώνει'' σε μια καλή εικόνα τα κατοπτρικά είδωλα και τις φαντασιακές παραστάσεις. Έτσι το πρώτο επεισόδιο του Οδυσσέα (όπως και όλα τα άλλα) έχει ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, χωροχρονικέςσυντεταγμένες, αναφορά στη ''θεολογική τέχνη'', κεντρικό έμβλημα, δικό του χρώμα, ιδιαίτερη τεχνική τη ''νεανικής αφήγησης'' κ.λπ. Τρίτον, είναι το εγώ της ''αίρεσης'', δηλαδή της υποκειμενικής αλλαγής, διότι, όπως λέει ο Λακάν, ο καθένας μπορεί να επιλέξειτο δικότου δρόμο προς την αλήθεια.]
Ο Λακάν θα σταθεί στο τελευταίο έργο του Τζόυς, το Finnegan's Wake. Αυτό το έργο, ''σε μια ατέλειωτη διαδικασία γραψίματος'', έργο εν προόδω (work in progress), θα του πάρει δεκαεπτά χρόνια. Πρόκειται για ένα βιβλίο δυσανάγνωστο, στο οποίο αναμιγνύονται πολλές γλώσσες και όπου βασιλεύει το λογοπαίγνιο. Αλλά αυτά τα λογοπαίγνια, παρότι μαρτυρούν την απόλαυση του Τζόυς, δε σε κάνουν πράγματι να γελάσεις. Μας παραπέμπουν στη χαρά που δοκιμάζουν τα μικρά παιδιά παίζοντας με τις λέξεις, κομματιάζοντας τες, ανασυνθέτοντας τες κ.λπ.
Ο Λακάν θα διαβάσει το Finnegan's Wake σαν ένα σύμπτωμα. Το συσχετίζει με την πραγματική απόλαυση αλλά δεν το θεωρεί αναλύσιμο σε συμβολικό επίπεδο. Ο συγγραφέας ταυτίζεται με αυτό το σύμπτωμα που ο ίδιος με τη γραφή του κατασκευάζει:
Το σύμπτωμα στον Τζόυς είναι ένα σύμπτωμα που δε φαίνεται να σας αφορά. Δεν υπάρχει καμιά περίπτωση κάτι από το ασυνείδητο σας να συναρτηθεί με αυτό.*
*J.Lacan, ''Joyce leSymptôme I'' (1975), in J. Aubert (dir.) Joyce avec Lacan, Paris, Navarin, 1987, p. 25. [Αυτό το κείμενο είναι από μια διάλεξη του Λακάν σε μεταγραφή του J.-A. Miller, με βάση τις σημειώσεις που κράτησε ο Ερίκ Λωράν. Σε αντίθεση με το κείμενο ''Joyce le Symptôme II'', που δημοσιεύτηκε στη Λιλ το 1979, αλλά και ολόκληρο το Σεμινάριο στην ''πειρατική του έκδοση'', που δε θέτουν κανένα πρόβλημα, αυτό το σημείο εμφανίζει μια δυσκολία. Κατ' αρχήν δε δικαιολογούνται οι μεταβιβάσεις αγάπης στο πρόσωπο και το έργο του Τζόυς στο εξωτερικό και στη χώρα μας. Δεν αφιερώνεις μια ζωή στη βιογραφία ή στη μετάφραση ενός έργου όπως ο Οδυσσέας, αν δεν ενεργοποιείται η ασυνείδητη επιθυμία, αν το έργο του, καθώς λέμε, δε σε ''αγγίζει κάπου''. Ειδικότερα, δεν μπορεί κανείς να μάθει κάτι για τους χειρισμούς που κάνουν οι μεγάλοι τεχνίτες της λογοτεχνίας και της ψυχανάλυσης, χωρίς να ενδιαφερθεί και για το σύμπτωμα τους, αφού αυτό, με το δικό του ο καθένας τρόπο, χειρίζονται.]
Επίσης, φαίνεται να υπάρχει στον Τζόυς ένα έλλειμμα στη φαντασιακή σχέση με τον Άλλο. Υπάρχουν στοιχεία για τη ζωή του συγγραφέα που το μαρτυρούν, και ο Λακάν θα επιμείνει σε ένα αυτοβιογραφικό στοιχείο: Κάποιος από την παρέα έδειρε τον μικρό Τζόυς κι εκείνος δεν του κράτησε κακία.
Βλέπει τη σχέση με το σώμα του με μια μεταφορά'έτσι θεωρεί ότι η υπόθεση έληξε, ότι έφυγε από πάνω του σαν μια φλούδα*.
*J. Lacan, Le Sinthome, παράδοση της 18ης Νοεμβρίου 1975. [Ο Τζόυς γράφει ότι ''απαλλάχτηκε από τον ξαφνικά σηκωμένο θυμό του τόσο εύκολα όσο ένα φρούτο απαλλάσσεται από τη μαλακή του φλούδα''. Αντί να ''κάνει μια μεταφορά με το σώμα του'', το κείμενο από τυπογραφικό λάθος λέει ''μεταμορφώνει το σώμα του''.]
Δεν πρόκειται για μια μαζοχιστική στάση, γιατί δεν ευχαριστήθηκε διόλου το ξύλο που έφαγε. Ήταν ένας τρόπος ''να αποποιηθεί τη σχέση με το ίδιο του το σώμα''.
Στον Τζόυς, o αποκλεισμός του πατρικού σημαίνοντος δεν επιφέρει την ψύχωση, γιατί υπάρχει κάτι που το αντισταθμίζει. Το εγώ του αναλαμβάνει τη σύσταση του κόμβου και η τέχνη του ''αναπληρώνει αυτό που μπορεί να λείπει από τη φαλλική του τοποθέτηση''.
Στη νεύρωση, ο τέταρτος κρίκος που κρατά μαζί τους άλλους της γνωστής τριάδας είναι το Όνομα-του-Πατέρα. Για τον νευρωτικό, ο πατέρας δεν αποτελεί τελικά παρά ένα σύμπτωμα. Και θα τον συναντά ακριβώ μέσα από τα προβλήματα που συναντά η απόλαυση του:
Όλα συνέχονται από το γεγονός ότι το Όνομα-του-Πατέρα είναι επίσης ο Πατέρας των ονομάτων. Αυτό όμως δεν καθιστά το σύμπτωμα λιγότερο αναγκαίο*.
*J.Lacan, Le Sinthome, op. cit. παράδοση της 11ης Μαϊου 1976.
Από αυτή την άποψη, το Όνομα-του-Πατέρα είναι ένα σημείο του πραγματικού που οργανώνει τον κόσμο του νευρωτικού.
Ο Λακάν θα επανεκτιμήσει και το θέμα της ψύχωσης υπό αυτή τη νέα προοπτική. Η αγωγή ψυχωτικών υποκειμένων θα προσανατολιστεί στη δυνατότητα αναδόμησης με βάση ''ένα σημείο του πραγματικού'', που θα επιτρέψει στη συνέχεια την ταύτιση με το σύμπτωμα.
Αλέν Βανιέ - ΛΑΚΑΝ όσο πιο απλά γίνεται..., μετ. Γιάννης Οικονόμου, εκδ. Κέδρος
"For all the joy Thy child shall bring, The risk of grief we'll run.
To all Parents"
You're born, raised and then torn down, to look a little more like, everyone you meet, And everyday that goes by, you look a little less like who you used to be.
I don't mind the people staring, 'cause I know they never see me anyway, In these days, all the worlds the stage, and everyone one just wants to be the star.
This is all too heavy, If you believe in your self, But no one can hurt you with out your consent, And I am not giving in. I'm not giving in and I'm not giving in
I don't mind the people staring, 'cause I know they never see me anyway, And everyday that goes by, you look a little less like who you used to be.
I don't mind the people staring, 'cause I know they never see me anyway, In these days, all the worlds the stage, and everyone one just wants to be the star.
This is all too heavy, If you believe in your self, But no one can hurt you with out your consent, And I am not giving in.
This is all too heavy, If you believe in your self, But no one can hurt you with out your consent, And I am not giving in. I'm not giving in and I'm not giving in
"I'll lend you for a little time a child of mine For you to love - while she lives
And mourn for when she's dead. And from the throngs that crowd Life's lanes, I have selected you.
Now will you give her all your love, Nor think the labor vain, Nor hate Me when I come to call to Take her back again?"
Speaking sections From poem "I'll Lend You A Child" by Edgar Guest
Στη βιβλιοθήκη του alternative factor θα βρεις κείμενα του Philip K. Dick καθώς και άλλων συγγραφέων του Φανταστικού.
Είμαι ζωντανός; Είμαι νεκρός;
Ναταλί Ζαλτζμάν
Ι. Πρόλογος
Σε μιαν επιστημονική ημερίδα που οργάνωσε το Quatrième Groupe, αφιέρωσα στις θεωρητικές υποθέσεις της Micheline Enriquez ένα κείμενο με τον τίτλο ''Η πραγματικότητα είναι παρανοϊκή;'' Το άρθρο αυτό συνεχίζει το στοχασμό μου με αντικείμενο την έννοια της ίασης και την ιδιομορφία της από ψυχαναλυτικής πλευράς, ξεκινώντας από τη σημασία και το καθεστώς που απέδιδε ο Σ. Φρόυντ στη λογική και την πραγματικότητα στα πλαίσια της οικονομίας της ψυχικής λειτουργίας. ''Η καλύτερη ελπίδα μας για το μέλλον είναι να καταφέρει με τον καιρό ο νους -το επιστημονικό πνεύμα, η λογική- να επιβάλει δικτατορία στην ψυχική ζωή του ανθρώπου. Η βαθύτερη έννοια της λογικής αποτελεί εγγύηση για μας ότι δεν θα παραλείψει να αποδώσει στις ώσεις των ανθρώπινων συναισθημάτων και σε ό, τι αυτά προσδιορίζουν, τη θέση που τους αρμόζει.'' Αυτή η δικτατορία της λογικής προκαλεί σε πλήθος ερευνητών επιφύλαξη και αμφιβολία, καμιά φορά μάλιστα και δυσπιστία, ως εάν να μην πίστευαν ότι αυτή η πρόσβαση στη διανόηση, στο επιστημονικό πνεύμα, στη λογική και -θα πρόσθετα- στην πραγματικότητα απαιτεί και πιστοποιεί μιαν εσωτερική αλλαγή που τροποποιεί τις σχέσεις ενός υποκειμένου με τον εαυτό του, με τους άλλους και με τον κόσμο στον οποίο ζει. Χάρη σ' αυτή την αλλαγή υποκειμενικής θέσης επιτελείται το πέρασμα από ένα σύμπαν που κινείται καθαρά και μόνον από την προβολή ενός εσωτερικού κόσμου, σε ένα σύμπαν κοινό, σε μια πραγματικότητα που παύει να υποτάσσεται στην αυθαιρεσία της κάθε μοναδικότητας. Είναι η ''αργή πρόοδος του πνεύματος'', έτσι όπως μπορεί να επιτελεστεί μέσα από μια ψυχαναλυτική διαδικασία και μέσα από τη γενικότερη, ιστορική εξέλιξη του ανθρωπίνου πνεύματος, όταν το Εγώ συλλέγει τα οφέλη των κατακτήσεων του επί του Αυτό στο χώρο της λογικής ικανότητας και των γνώσεων που είναι δυνατό να μοιραστούν όλοι οι άνθρωποι και που τροποποιούν τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους.
Για να ξεκαθαρίσει και να δημιουργήσει τον ειδικό χώρο της ψυχανάλυσης, για να συγκροτήσει το ερευνητικό του αντικείμενο, ο Φρόυντ εργάστηκε διαχωρίζοντας, διακρίνοντας μεταξύ εσωτερικής ψυχικής πραγματικότητας και εξωτερικής μη-υποκειμενικής πραγματικότητας. 'Ομως, αυτή η λεγόμενη εξωτερική πραγματικότητα, ''η ψυχολογική σημασία του πραγματικού εξωτερικού κόσμου'' αποτελεί μόνιμο σημείο αναφοράς στη φροϋδική σκέψη, σε βαθμό που να προσλαμβάνει στην ενδοψυχική δυναμική και οικονομία τη θέση κανονικής ψυχικής αρχής, μιας ιδιαίτερης ψυχικής αρχής, εσωτερικής-εξωτερικής.
Στο άρθρο μου ''Η πραγματικότητα είναι παρανοϊκή'' μέσα από τη ζωή και το έργο του συγγραφέα Philippe K. Dick, θέλησα να δείξω τα ελατήρια του πάθους του εν λόγω συγγραφέα για την αλήθεια της πραγματικότητας. Γνωρίζουμε ότι ο παρανοϊκός, αναζητώντας παθιασμένα μια νεο-πραγματικότητα, επιδιώκει μια μαχητική και ανακριτική σχέση με την αληθινή και την απατηλή πραγματικότητα. Ή όπως έλεγε η M. Enriquez: ο παρανοϊκός θέτει αληθινά, ορθά και δίκαια ερωτήματα στην κοινωνία, στους ομοίους του, στην ιστορία του και γενικότερα στην ιστορία, οι απαντήσεις όμως που δίδει στα βασικά αυτά ερωτήματα, εν αγνοία του παραμορφώνονται από τη δική του ασυνείδητη προβληματική.
Όλο το υλικό που συγκέντρωσα, προκειμένου να φωτίσω κλινικά την προβληματική της πραγματικότητας από τη σκοπιά του παρανοϊκού, είναι πολύ εύγλωττο και διδακτικό ως προς το θέμα του παρόντος τεύχους: ''O θάνατος στη ζωή''. Δεν υπάρχει λόγος να εκπλήσσεται κανείς. Όπως προσπάθησα να δείξω μέσα από ''την ανάλυση'' του Ph. K. Dick, όλη η διαφορά μεταξύ αληθούς και ψευδούς πραγματικότητας στηρίζεται στη θέση που κατέχει η αναφορά στο θάνατο μέσα στην κατασκευή που ένα υποκείμενο, το κάθε υποκείμενο, κατορθώνει να φτιάξει σχετικά με την υποκειμενική του ιστορία. Είτε έχει γνωρίσει πένθη είτε όχι, είτε αυτά τα πένθη υπήρξαν ή δεν υπήρξαν τραυματικά, η ιδέα του θανάτου, η ιδέα των πεθαμένων και οριστικών απωλειών, η ιδέα της δικής του αναπόφευκτης θνητότητας, όλες αυτές οι ιδέες είναι υποχρεωτικά περάσματα μέσα από τα οποία η πραγματικότητα εγκαθίσταται στην ψυχική σκηνή, ακριβώς όπως η άρνηση είναι το υποχρεωτικό πέρασμα μέσα από το οποίο αναδύεται αρχικά το απωθημένο στη συνείδηση.
Όμως, η ιστορία του Ph. K. Dick μαρτυρεί τα αποτελέσματα της μόνιμης ασυνείδητης παρουσίας ενός θανάτου που δεν είναι δυνατόν ν΄ αποφασιστεί, δηλαδή μιας ταύτισης, που δεν είναι δυνατόν να αποφασιστεί, με το διπλούν του, τη δίδυμη του αδελφή, ζωντανή ή νεκρή, ανεξίτηλη και αδιάλυτη παρουσία, με βάση την οποία συγκροτείται και σε κάθε περίπτωση φωτίζεται όλη η λιβιδινική του ιστορία.
Είμαι ζωντανός, είμαι νεκρός; Ποιος είναι ζωντανός και ποιος είναι νεκρός; Είμαι ο μόνος ζωντανός σ' έναν κόσμο με τεχνητά ζωντανεμένες μαριονέτες; Ή μήπως ο κόσμος κατοικείται από ζωντανούς κι εγώ είμαι ήδη νεκρός χωρίς να το ξέρω;
Πώς αποφασίζει το ψυχικό όργανο να σκέπτεται την πραγματική κατάσταση του κόσμου και του εαυτού του ως πραγματικού μέρους αυτού του κόσμου;
Η αποδοχή της πραγματικής κατάστασης του κόσμου στηρίζεται σε μιαν απώλεια, πάνω στο καθεστώς ενός ''χαμένου αντικειμένου'', στην επιτυχημένη ή αποτυχημένη (και σ΄αυτή την τελευταία περίπτωση αδιάκοπα επανερχόμενη) αποδοχή μιας εγγεγραμμένης απώλειας.
Όσο αινιγματικό κι αν είναι αυτό το καθοριστικής σημασίας ασυνείδητο εγχείρημα, η ιστορία του Ph. K. Dick δείχνει με ποιο τρόπο η αποτυχημένη του προσπάθεια σε σχέση με αυτή την αποδοχή εγγράφει όλη την εξέλιξη της ζωής του στην αδυναμία κατάληξης σε απόφαση της αναζήτησης του για την αλήθεια : Είναι ζωντανός; Είναι νεκρός; [...]
περιοδικό ''Εκ των Υστέρων'', τεύχος 3, Ιούνιος 2002, εκδ. ΕΞΑΝΤΑΣ
[...] Ο τόπος μας ήταν φτενός, ανακατεμένος με λιθάρια. Χώμα για σπορά ύπαρχε λίγο στις γούρες με τ' αμπέλια. Βγάλαμαν τ' αμπέλια και σπείραμαν γέννημα. Βγάλαμαν και λόγκο και ασφάκες, ως και στις γκρεμίνες πούηταν ψια βατό σπείραμαν. Της μαύρως μου Σόφιας τής είχαν γένει τα χέρια σαν αντρός χτίστη. Όποτε δεν ήταν στον σκάλο, α στην λάτρα, α κατόπι στον αργαλειό, μέρα για μέρα. Ήταν η αξιότερη και η πιο άτυχη.
Μέχρι το θέρος μαζευόμασταν με ψίχα γκορτσάλευρο, ανακατεμένο με βελανίδι. Κείνο το μαύρο λάδι, το ρίναμαν κόμπο κόμπο. Έκανε και χειμώνας μεγάλος. Ντούνα το χιόνι. Δεν έγινε το έρημο γρήγορα νερό. Κρέμονταν στα πεζούλια και ήταντο όξω απ' τις θύρες, μέχρι τον Απριλομάη.
Την άνοιξη βρίσκαμαν αραιά καν' αντίδι που, κι αυτό πλέον, το τρώγαμε ανάρτυγο. Στον θέρο δεν βγάλαμαν τίποτα. Ουδέ ρίγανη γίνηκε. Τα 'καψε το χιόνι. Μονάχα λίγες πατάτες που τις είχαμε σαν θησαυρό και τις ματσιαλάγαμαν μια μια. Ούτε χορτάρι ύπαρχε να γαλατεριστούν οι αίγες. Ρίνονταν οι μαύρες να κολλήσουν στα πουρνάρια, που δεν είχαμε ματαϊδεί. Δεν είχαμαν γέλια και παιγνίδια από τα παιδιά. Όλο κάθονταν σιάδι, άκριτα, μαραζωμένα. Τα γέλαγαν οι γυναίκες στο βυζί ή τους έδιναν το δάχτυλο. [...]
εκδ. Κέδρος έργα αριστ. Richard Long, δεξιά Mario Merz, πηγή Kunsthaus Graz